Σύνδρομο Θωρακικής Εξόδου, TOS

Αποτελεί το σύνολο των συμπτωμάτων που προκύπτει από την πίεση της υποκλειδίου φλέβας, ή και της υποκλειδίου αρτηρίας, ή και του βραχιονίου πλέγματος ανάμεσα στην πρώτη πλευρά και την κλείδα ή τους σκαληνούς μύες κατά την διαδρομή τους, ειδικά για την φλέβα και την αρτηρία, από τον θώρακα στην μασχάλη.
Ανάλογα ποιό στοιχείο πιέζεται αρχικά, έχουμε και την έναρξη της συμπτωματολογίας. Έτσι αν πιεστεί πρώτα η φλέβα (υποκλείδιος) λόγω της επιβράδυνσης της ροής του αίματος και της στάσης,  θα έχουμε συμπτωματολογία που θα κυμαίνεται από απλό αίσθημα διάτασης του πάσχοντος άκρου (χεριού) αρχικά έως και διόγκωση, οίδημα, ερυθρότητα που τείνει να γίνει κυάνωση, πόνο αύξηση της θερμοκρασίας μέχρι εξαγγείωση και σχάση του δέρματος στις βαριές περιπτώσεις της θρόμβωσης της υποκλειδίου φλέβας, βέβαια αυτό αφορά πολύ παραμελημένη κατάσταση και είναι η φλεβικού τύπου εμφάνιση του ΣΘΕ.
Αν πιεστεί η αρτηρία(υποκλείδιος) τότε η συμπτωματολογία θα είναι εκείνης της στέρησης αίματος στους ιστούς αφού αίμα δεν θα περνά προς το χέρι και αυτή θα εκφράζεται από ψυχρό άκρο αρχικά ίσχαιμο δηλαδή ωχρό σε χρώμα που εύκολα θα κουράζεται στην κίνηση και όσο περνάει ο καιρός θα κάνει και πόνο λόγω ισχαιμίας στην κόπωση και θα είναι η αρτηριακού τύπου εμφάνιση του ΣΘΕ.
Τέλος αν πιεστούν τα νεύρα (δηλαδή το Βραχιόνιο πλέγμα) τότε η συμπτωματολογία θα είναι αιμωδίες , πόνος αδυναμία επιτέλεσης κίνησης του χεριού υπαισθησία έως και αναισθησία στο δέρμα του χεριού και είναι η νευρικού τύπου εμφάνιση του ΣΕΘ.
Υπάρχουν βεβαίως και οι μεικτού τύπου όταν συνυπάρχουν όλα μαζί και είναι βαρύτερες καταστάσεις.
Η  πρώτη  αναφορά  του  συνδρόμου  έγινε  από  τον  Γαληνό,  το  2ο  αιώνα  μ.Χ.,  που  αναγνώρισε   και  περιέγραψε  την  πίεση  των  αγγείων  και  νεύρων  από  μια  υπεράριθμη  αυχενική  πλευρά.  Η  ονομασία  Σύνδρομο  Θωρακικής  Εξόδου  εδόθη  από  τον  Peet,  το  1956,  θέλοντας  να  τονίσει  την  θέση  της  παθολογίας  στην  έξοδο  των  μεγάλων  αγγείων  του  χεριού  από  τον  θωρακικό  κλωβό. Σήμερα θεωρούμε ότι το σύνδρομο είναι  δυνατόν  να  οφείλεται  σε:

1. Οστικά  αίτια,  όπως  είναι  μια  υπεράριθμη  αυχενική  πλευρά,  μια  ευμεγέθης  εγκάρσια  απόφυση  του  7ου  αυχενικού  σπονδύλου,  μια  εξόστωση  της  κλείδας  ή  ένας  ευμεγέθης  πώρος  κατάγματος  κλειδός,  ή  τέλος  μια  εξόστωση  της  1ης  πλευράς  και  γενικά  οιαδήποτε  διαταραχή  στη  σχέση  κλείδας  και  1ης  πλευράς.

2. Υπεράριθμοι  ή  υπερτροφικοί  μύες  της  περιοχής  με  κυριότερη  εντόπιση  στους  σκαληνούς  μύες,  ή  στην  ύπαρξη  ινώδους  ταινίας  μεταξύ  της  εγκάρσιας  απόφυσης  του  7ου  αυχενικού  σπονδύλου  και  της  1ης  πλευράς.

3. Όγκοι,  ή  οιαδήποτε  άλλη  παθολογία  στη  περιοχή.  
Ανάλογα  με  τους  συμμετέχοντες  ιστούς  το  Σύνδρομο  της  Θωρακικής  Εξόδου  είναι  δυνατόν  να  είναι  νευρικού  τύπου,  να  πιέζονται  δηλαδή  μόνο  τα  στελέχη  του  βραχιονίου  πλέγματος,  αγγειακού  τύπου,  όπου  πιέζονται  μόνο  τα  αγγεία,  είτε  μικτού   τύπου  όπου  πιέζονται  και  τα  αγγεία  και  τα  νεύρα.  
Το  σύνδρομο  εμφανίζεται  συχνότερα  στις  γυναίκες  με  αναλογία  γυναικών  και  ανδρών  4:1,  και  η  συνήθης  ηλικία  εμφάνισης  είναι  μεταξύ  25  και  40  χρόνια.  Έχει  σαφή  συσχέτιση  με  τις  συνθήκες  εργασίας  καθώς  εμφανίζεται  συχνότερα  σε  άτομα  που  οι  συνθήκες  εργασίας  απαιτούν  τη  χρήση  του  χεριού  σε επίπεδο   υψηλότερο  του  ώμου.  Οι  χρήστες  ηλεκτρονικών  υπολογιστών,  οι  μουσικοί  και  οι  οδοντίατροι  εμφανίζουν  το  σύνδρομο  με  μεγάλη  συχνότητα.   Αποτελεί  την  3η  αιτία  δυσανεξίας  στην  εργασία  μετά  την  οσφυαλγία  και  το  αυχενικό  σύνδρομο.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ  ΚΑΙ  ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Το  κυριότερο  ίσως  σύμπτωμα  είναι  ο  πόνος. Η υπαισθησία  είναι  συχνή  και  εμφανίζεται  κυρίως  στη  κατανομή  του  ωλενίου  νεύρου. Η  εύκολη  κόπωση  είναι  ένα  άλλο  χαρακτηριστικό  σύμπτωμα. Αγγειοκινητικές  διαταραχές  ως  επακόλουθο  αγγειακής  εμπλοκής  με  κυάνωση,  αλλαγή  χρώματος  του  χεριού,  οίδημα  και  φλεβική  διόγκωση  αποτελούν  στοιχεία  σοβαρής  πίεσης  και  χρήζουν  άμεσης  αντιμετώπισης.  Θα  πρέπει  να  σημειωθεί  ότι  το  μεγαλύτερο  ποσοστό  θρόμβωσης  στο  Άνω  Άκρο,  αρτηριακής  ή  φλεβικής,  έχει  ως  αιτία  το  Σύνδρομο  της  Θωρακικής  Εξόδου.

Ως αναφορά την διάγνωση:

-Η  κλινική  εξέταση  είναι  αυτή  που  τις  περισσότερες  φορές  επιτυγχάνει  την  διάγνωση,  και  την  διαχωρίζει  από  σωρεία  άλλων  παθολογιών  με  παρεμφερή  κλινική  εικόνα.  Μια  από  τις  πλέον  αξιόπιστες  δοκιμασίες  είναι  η  αναπαραγωγή  της  συμπτωματολογίας  του  ασθενούς  όταν  του  ζητήσουμε  με τα  χέρια  σε  θέση  ανατάσεως  να  εκτελεί  γρήγορες  κινήσεις.  Αντικειμενικά,  στη  θέση  αυτή  των  χεριών  μπορεί  να  εμφανιστεί  μείωση  ή  απώλεια  του  σφυγμού  της  κερκιδικής  αρτηρίας. Είναι  χαρακτηριστική  η  ωχρότητα  του  χεριού  στην  εκτέλεση  της  δοκιμασίας  αυτής.


– Οι  πλέον  απαραίτητες εργαστηριακές εξετάσεις  είναι  ο  ακτινολογικός  έλεγχος  της  αυχενικής  μοίρας  και  του  θώρακα  και  ο  ηλεκτρο-μυογραφικός  έλεγχος.  Ιδιαίτερα  χρήσιμη  εξέταση  είναι  η   αγγειογραφία  της  υποκλειδίου  αρτηρίας,  που  θα  αναδείξει  στένωση  της,  συνήθως,  σε  θέση  απαγωγής  και  έξω  στροφής  του  χεριού.  Σε  κάποιες  περιπτώσεις  απαιτείται  και  ο  έλεγχος  της  περιοχής  με  αξονική  ή  και  μαγνητική  τομογραφία, τελευταία η 3D αξονική τομογραφία δίδει αρκετές πληροφορίες για το επίμαχο τρίγωνο κλείδας – πλευράς – σκαληνών.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Η  θεραπεία  του  Συνδρόμου  Θωρακικής  Εξόδου  είναι  συντηρητική  και  χειρουργική. Η συντηρητική θεραπεία θα πρέπει  να  προηγείται  για  χρονικό  διάστημα  τουλάχιστον  6  μηνών.  Η  ενίσχυση  των  μυών  του  τραχήλου  και  της  ωμικής   ζώνης  για  την  καλύτερη  στήριξη  του  σώματος  είναι  πολύ  σημαντική.  Αντιφλεγμονώδης  αγωγή  και  φυσιοθεραπεία  βοηθούν  στη  μείωση  της  έντασης  της  συμπτωματολογίας.  Πολλές  φορές  η  τροποποίηση  της  θέσης  και  του  τρόπου  εργασίας  κρίνεται  απαραίτητη.  Το  καλό  αποτέλεσμα  της  σωστά  εφαρμοζούσης  συντηρητικής  αγωγής  δύναται  να  φθάσει  σε  ποσοστό  μέχρι  και  το  70%  ή  και  το  80%.  
Στις  περιπτώσεις  που  η  συντηρητική  αγωγή  κρίνεται  ανεπιτυχής,  η  θεραπεία  πρέπει  να  είναι  χειρουργική.   Η  εμφάνιση  νευρολογικών  και  αγγειολογικών  διαταραχών  καθιστά  απαραίτητη  την  άμεση  χειρουργική  αντιμετώπιση  και  δεν  πρέπει  να  χάνεται  χρόνος  με  συντηρητική  αγωγή.  Έτσι,  όταν  έχουμε  ατροφίες  στο  χέρι  η  ένδειξη  χειρουργικής  αποσυμπίεσης  τίθεται  άμεσα.  Ο  πλήρης  αποκλεισμός  της  υποκλειδίου  αρτηρίας  κατά  την  αγγειογραφία,  δεν  επιτρέπει  αισιοδοξία  για  αποτελεσματική  συντηρητική  θεραπεία.  Η  εμφάνιση  θρόμβωσης  επιβάλλει  την  αποσυμπίεση  ευθύς  μόλις  οι  συνθήκες  το  επιτρέψουν.  Ένας  όγκος  στη  περιοχή,  πρέπει  να  αφαιρείται,  εάν  αυτό  είναι  δυνατόν.
Ο  στόχος  της  επέμβασης  είναι  να  αναιρεθεί  οιαδήποτε  αιτία  προκαλεί  πίεση  στα  αγγεία  και  στα  νεύρα  της  περιοχής.  Τούτο  επιτυγχάνεται  με:

1.      Υπερκλείδια  προσπέλαση  του  βραχιονίου  πλέγματος  και  των  αγγείων  της  περιοχής,  και  την  άμεση  αναίρεση  κάθε  αιτιολογικού  παράγοντα.

2.      Διαμασχαλιαία  συνήθως  αφαίρεση  της  1ης  πλευράς  και  δευτερογενώς  διεύρυνση  του  χώρου  της  θωρακικής  εξόδου.

3.      Συνδυασμός  των  δύο  ανωτέρω  μεθόδων.


Μετεγχειρητικά  η  χρήση  του  χεριού  επιτρέπεται  άμεσα,  αποφεύγοντας  όμως  την  καταπόνησή  του.  Πρόγραμμα  μυϊκής  ενδυνάμωσης  πρέπει  να  ακολουθείται  για  μεγάλο  χρονικό  διάστημα. Βεβαίως η περιοχή έχει αρκετά ανατομικά μόρια και πάντα εγκυμονεί ο κίνδυνος επιπλοκών με την αιμορραγία, την υπαισθησία και την υποτροπή λόγω μετεγχειρητικής ίνωσης να αποτελούν κάποιες από αυτές.
Η  βελτίωση  ή  η  πλήρης  ανακούφιση  από  τα  ενοχλήματα  προσεγγίζει  σε  ποσοστό  το  80% – 85%.  
Η  ακριβής  διάγνωση,  η  κατάλληλη  επιλογή  του  χρόνου  της  χειρουργικής  θεραπείας  και  η  σωστή  χειρουργική  τεχνική  εξασφαλίζουν  το  καλύτερο  για  τον  ασθενή  τελικό  αποτέλεσμα.

Δημοφιλέστερα

Σχετικά Άρθρα

Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που ο καρκίνος του πνεύμονα συνοδεύεται από παρουσία μεγάλης ποσότητας …